|
Visitors Online: 5
Δεν υπάρχει αμφιβολία οτι η πολιτιστική κληρονομιά για τον κάθε άνθρωπο είναι ο πιό πολύτιμος θυσαυρός. Διότι μέσα από αυτή τη κληρονομιά, η ταυτότητα, η ύπαρξη στο χρόνο αλλά και η ιστορική συνέχεια για την κάθε γενιά βρίσκουν έκφραση και υπόσταση. Αν δεν γνωρίσεις έναν τόπο, δεν μπορείς να τον αγαπήσεις κι αν δεν τον αγαπήσεις, δεν μπορείς ν' αγωνιστείς γι' αυτόν.
Ο ορεινός όγκος του Παρνασσού.
Οι μυθολογικές αναφορές γύρω από τον Παρνασσό και τη Δαύλεια είναι πλείστες. Και οι δύο περιοχές έχουν συνδεθεί με ένα πλήθος γεγονότων καταγεγραμμένων στην ελληνική Μυθολογία. Ο Παρνασσός λέγεται ότι πήρε το όνομά του από τον ομώνυμο γιο του Ποσειδώνα και της νύμφης Κλεοδώρας. Πάντως, στην πελασγική προελληνική γλώσσα η ονομασία του σημαίνει το ψηλότερο βουνό. Για τους αρχαίους Έλληνες αποτελούσε σημαντική περιοχή, καθώς ήταν αφιερωμένος στους θεούς Απόλλωνα και Διόνυσο. Μάλιστα στις πλαγιές του ο Απόλλωνας σκότωσε το δράκο Πύθωνα και ίδρυσε εκεί το Ιερό του με το περίφημο Μαντείο των Δελφών. Στους πρόποδες του βουνού ίδρυσε και το Κωρύκειο ¶ντρο, προς τιμήν της νύμφης Κωρυκίας, την οποία και ερωτεύτηκε.
Με πολλά μυθολογικά περιστατικά συνδέεται και η Δαύλεια. Ο πιο γνωστός είναι ο μύθος του Τηρέα, του βασιλιά των Θρακών, ο οποίος κατοικούσε στην αρχαία Δαύλεια. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Τηρέας βίασε τη Φιλομήλα, αδερφή της συζύγου του, Πρόκνης. Οι δύο γυναίκες τον τιμώρησαν σκοτώνοντας το γιο του, Ίτυ, και βάζοντας τον Τηρέα να φάει τις σάρκες του παιδιού του. Ο Τηρέας τις καταδίωξε και τη στιγμή που τις συλλάμβανε, εκείνες ευχήθηκαν να μεταμορφωθούν σε πουλιά. Οι θεοί τις άκουσαν και μεταμόρφωσαν την Πρόκνη σε αηδόνι, τη Φιλομήλα σε χελιδόνι και τον Τηρέα σε τσαλαπετεινό. Σε παλαιότερα λογοτεχνικά κείμενα μπορεί να συναντήσετε την ονομασία «δαυλιάδα» αντί για το αηδόνι . Αυτό προέρχεται από το μύθο, από το γεγονός, δηλαδή, ότι μια γυναίκα της Δαύλειας μετατράπηκε σε αηδόνι.
Ο παραπάνω μύθος έγινε ευρέως γνωστός και τροφοδότησε την ελληνική ποίηση . Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περιγραφή του θρήνου της Πηνελόπης από τον Όμηρο (Τ 518):
«Όπως τ' αηδόνι το χλωμό, η κόρη του Πανδάρου,
Όταν προβάλλει η άνοιξη, θρήνου τραγούδια αρχίζει,
Μέσ' στα πυκνά φυλλώματα που κάθεται των δένδρων,
και χύνει, αλλάζοντας σκοπούς, πολύφωνα τραγούδια,
τ' αγαπημένο της παιδί τον Ίτυλο θρηνώντας,
που απρόσεκτα τον σκότωσε.»
Η είσοδος του κάστρου της Δαύλειας.
Η ιστορία της Δαύλειας χάνεται στα βάθη των αιώνων. Το σίγουρο είναι ότι έχει διαρκή παρουσία από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι σήμερα. Εμφανίστηκε αρχικά ως Ανάκρια, αλλά πολύ γρήγορα μετονομάστηκε σε Δαυλίδα. Με το όνομα αυτό αναφέρεται και στον Όμηρο (Ιλιάδα Β 520), ενώ ο Ηρόδοτος την αναφέρει ως «Δαυλίων πόλις» και ο Σοφοκλής (Αντιγόνη, 734) και ο Θουκυδίδης (Θουκυδίδου Ιστορία Β, 29) ως «Δαυλία». Το τελευταίο όνομα αναφέρει και ο Στράβων, ο οποίος διευκρινίζει ότι το όνομά της προέρχεται από τη λέξη «δαυλός», δηλαδή δασύς, πυκνός, και αναφέρεται στο γεγονός ότι η περιοχή καλυπτόταν από πυκνά δάση, τα δαύλα.
Για την ονομασία «Δαυλίς» υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη είναι αυτή που αναφέρει ο γεωγράφος Στράβων και την οποία μνημονεύει και ο περιηγητής Παυσανίας. Ο Παυσανίας, βέβαια, καταθέτει και μια διαφορετική άποψη, συσχετίζοντας την ονομασία με τη νύμφη Δαυλίδα. Η ονομασία «Δαύλεια» φαίνεται να επικράτησε μετά την επανάσταση του 1821, οπότε στο θέμα Δαυλ- προστέθηκε η κατάληξη -εια.
Πρώτοι κάτοικοι της Δαύλειας πρέπει να ήταν οι Πελασγοί, σημαντική προελληνική φυλή που βρέθηκε στην Ελλάδα ανάμεσα στην τρίτη και τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. Στη συνέχεια, κατοίκησαν στην περιοχή της Δαύλειας Θράκες, οι επονομαζόμενοι ως Φλεγύες (από τον αρχηγό τους Φλεγύα). Μάλιστα, ο πρώτος Φλεγύας βασιλιάς της Δαυλίδος φέρεται να ονομαζόταν Τηρεύς και μάλιστα να είχε λεηλατήσει το Μαντείο των Δελφών. Η ασυγχώρητη για τους αρχαίους αυτή πράξη εξηγεί και το αποκρουστικό προφίλ που του δόθηκε στο σχετικό μύθο .
Ακολούθησαν οι Βοιωτοί, κατά την κάθοδό τους από τη Θεσσαλία. Πολύ αργότερα η Δαύλεια κατοικήθηκε από Δωριείς και Φωκείς. Οι κάτοικοι της περιοχής ονομάζονταν Δαυλιείς ή Δαύλιοι και οι γυναίκες Δαυλιάδες.
Η Δαυλίς ήταν χτισμένη στη νοτιοανατολική πλευρά του Παρνασσού, κοντά στο δρόμο που οδηγούσε από τη Χαιρώνεια στους Δελφούς. Ο δρόμος αυτός ήταν η περίφημη «Σχιστή οδός». Ο όρος «Σχιστή» προήλθε από το γεγονός ότι ο δρόμος που ξεκινούσε από τους Δελφούς χωριζόταν σε δύο κατευθύνσεις. Η μία κατεύθυνση οδηγούσε προς τη Θήβα και η δεύτερη προς την αρχαία Δαύλεια. Μάλιστα, στην Σχιστή οδό ήταν που συνάντησε και φόνευσε ο Οιδίποδας τον πατέρα του Λάιο . Περιγράφοντας τον τόπο του εγκλήματος, ο Σοφοκλής γράφει στην τραγωδία του «Οιδίπους Τύραννος» (733):
«Φωκίς μεν η γη κλήζεται, σχιστή δ' οδός ες ταύτα Δελφών καπό Δαυλίας άγει» (Η περιοχή ονομάζεται Φωκίδα και σχιστή οδός οδηγεί σ' αυτό το σημείο από τους Δελφούς και από τη Αυλίδα).
Στην αρχαία Δαύλεια μαρτυρείται η ύπαρξη δύο σημαντικών ναών, της Πολιάδας Αθηνάς και της Αρτέμιδος. Την ύπαρξη του πρώτου ναού βεβαιώνει ο Παυσανίας αναφερόμενος μάλιστα και σε κάποιο άγαλμα της θεάς Αθηνάς. Επίσης, στην περιοχή πρέπει να υπήρχε και φημισμένο ηρώο, στην τοποθεσία «Τρωνίδα», αφιερωμένο στον αρχηγό των Φωκέων Ξάνθιππο. Τέλος, στο δρόμο που οδηγούσε από την αρχαία Δαύλεια προς τους Δελφούς ο Παυσανίας σημειώνει ότι υπήρχε οικοδόμημα με την ονομασία «Φωκικόν», δηλαδή η Βουλή των Φωκέων.
Το μνημείο του άγνωστου στρατιώτη.
Πετρόκτιστο σπίτι.
Η Τοπική λαϊκή αρχιτεκτονική, η οποία σήμερα ολοένα και χάνεται, δημιουργεί μια σύνθετη εικόνα Πηλιορείτικου χωριού, με νεοκλασσικά στοιχεία. Δεμένη άρρηκτα με τις κλιματολογικές, γεωμορφολογικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της ευρύτερης περιοχής, η τοπική αρχιτεκτονική χαρακτηρίζεται από το απλό, λιτό, αυστηρό και γεωμετρικό της ύφος. Περίτεχνες σιδεριές στους εξώστες και στους φεγγίτες των ανοιγμάτων, συνήθως στους ισόγειους χώρους που χρησιμοποιούνται για επαγγελματική χρήση, αποτελούν τυπικά μορφολογικά στοιχεία των παλιών της σπιτιών. Βέβαια όλα αυτά τα στοιχεία φιλτράρονται μέσα από την ιδιοσυγκρασία, την προτίμηση και τις ανάγκες των κατοίκων.
Τα σπίτια είναι ως επί το πλείστον μικρά, χτισμένα το ένα κοντά στο άλλο, διώροφα και πέτρινα. Ο βασικός τύπος σπιτιού της κατηγορίας αυτής είναι και πάλι διώροφος με αντίστοιχη λειτουργία του κατωγιού για βοηθητικές χρήσεις και του ορόφου για τη ζωή της οικογένειας. Τα παράθυρα ήταν συνήθως χαμηλά και φαρδιά επιτρέποντας να παρακολουθούν την κίνηση στο δρόμο και εξυπηρετούσαν ανάγκες φωτισμού. Η κάτοψη του ορόφου - ανωγιού - αποτελείται και εδώ από ένα καθαρό ορθογώνιο σχήμα που είτε παραμένει ενιαίο εσωτερικά ή συνηθέστερα διαιρείται σε δύο χώρους, που προορίζονται αντίστοιχα για τη διημέρευση και τον ύπνο. Ο χώρος του ύπνου μετατρέπεται τώρα και σε καλό δωμάτιο, με πλουσιότερη διακόσμηση και χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της μέρας και για την υποδοχή των ξένων. Αρκετά συχνά βέβαια το ανώι διαιρείται σε τρείς χώρους. Φυσικά τούτο υπαγορεύεται κυρίως από τη σχέση του κτίσματος με το δρόμο, όπως διαμορφώνεται στις κεντρικές περιοχές των οικισμών λόγω της πυκνής δόμησης. Στη σύγχρονη Δαύλεια, οι στενοί δρόμοι, είναι οι περισσότεροι χαραγμένοι στην τύχη.
Μικρές πλατείες σχηματίζονται σε διάφορα εσωτερικά σημεία του χωριού, είτε τυχαία, είτε για να τονιστεί κάτι (π.χ. εκκλησίες, βρύσες κ.λ.π.). Αν και η ασύστολη μεταπολεμική "ανοικοδόμηση" και η πολιτική της λειτούργησαν καταστρεπτικά πάνω σ' ένα πολύ μεγάλο μέρος των παραδοσιακών κτισμάτων, τα τελευταία χρόνια διαφαίνεται μια τάση των κατοίκων και μια ευαισθητοποίηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης προς την κατεύθυνση της διατήρησης, συντήρησης και διάσωσης του "παλαιού".
Οι βρύσες ήταν κατά το παρελθόν το κέντρο των κοινοτήτων, γύρω από τις οποίες οργάνωναν τη ζωή τους οι κάτοικοι. Με τις κανάτες και τα βαρέλια τους μετέφεραν το πολύτιμο νερό στα σπίτια τους. Οι βρύσες έχασαν την αίγλη τους με την εμφάνιση της οικιακής υδροδότησης.
Ο χωριάτικος αργαλειός.
Μικροαντικείμενα καθημερινής χρήσης όπως:
δοχείο συλλογής γάλακτος, χοντρό κόσκινο, γουδί, σφραγίδα πρόσφορου, μύλοι, νταβάς, ντορβάς, χαλκός, ταψί, κατσαρόλες μαρτυρούν την λαική επινοητικότητα και τέχνη. Χαρακτηριστικά της λαϊκής τέχνης της Δαύλειας αποτελούν οι φημισμένες στην περιοχή κουβέρτες. Οι κουβέρτες αυτές κάποτε ήταν απαραίτητο συμπλήρωμα για τα προικιά κάθε κοπέλας. Ανάλογα με τα σχέδιά τους και τον τρόπο κατασκευής τους, ονομάζονταν φλοκάτες, μπαστές, βελέντζες. Ο αργαλειός είναι ένα εργαλείο υφαντικής, γνωστό από πολύ παλιά. Στο χωριό μας, χρησιμοποιούταν ο παλιός χωριάτικος αργαλειός. Στον αργαλειό γίνονταν χαλιά, καρπίτια αλλά και οι κουρελούδες. Τα παλιά ρούχα δηλαδή τα έκοβαν σε στενές λωρίδες, τα έκαναν κουβάρια και τα ύφαιναν. Ανάλογα με τα χρώματα των ρούχων έφτιαχναν διάφορα σχέδια στις κουρελούδες. Όλα τα φορέματα υφαίνονταν με τοπικά υλικά όπως βαμβάκι και μαλλί.
|
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Page generated in 0.124 sec | ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||